ammanatidou.gr

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ Σ/Ν ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΤΟΚΙΝΗΤΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

FacebookFacebook

(Από τα πρακτικά της βουλής)

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (Προεδρεύων της Επιτροπής): Το λόγο έχει η κυρία Αμανατίδου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια ΣΥΡΙΖΑ): Με το αρχικό άρθρο προσδιορίζεται περιοριστικά ο σκοπός της ταυτοποίησης άρα και ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο επιτρέπεται να γίνει επίκληση και εφαρμογή όλων των υπόλοιπων διατάξεων. Αυτό σημαίνει ότι, προσωπικά δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο της ταυτοποίησης κατόχων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για άλλον σκοπό όπως λ.χ. η χρήση για άμεση προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών, η  περαιτέρω χρήση των εν λόγω πληροφοριών, γιατί διαφορετικά θα παραβιαστεί η αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού, η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2472/97 και του άρθρου 6 παρ. 1 β της Οδηγίας 9546 για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Αυτό θα πρέπει όμως να διατυπωθεί και ρητά στο άρθρο 1, ότι δηλαδή η επεξεργασία των συλλεγόμενων δεδομένων δεν επιτρέπεται για σκοπούς ασύμβατους με τους προβλεπόμενους από το παρόν άρθρο. Το λέω αυτό, διότι εσείς το νομοσχέδιο θα το περάσετε, άσχετα εάν εμείς είμαστε αντίθετοι.
Η ρύθμιση του άρθρου 3 είναι αντίθετη με το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2 του ν. 3471/2006 περί «Προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του ν. 2472/1997».
Τι αναφέρει η συγκεκριμένη διάταξη;
«1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένων και των δεδομένων κίνησης και θέσης, πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για την εξυπηρέτηση των σκοπών της.
2. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο εφόσον:
α) ο συνδρομητής ή ο χρήστης μετά από ενημέρωση για το είδος των δεδομένων, το σκοπό και την έκταση της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών έχει συγκατατεθεί, ή
β) η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, με την οποία ο συνδρομητής ή ο χρήστης είναι συμβαλλόμενο μέρος, ή για τη λήψη μέτρων κατά το προσυμβατικό στάδιο, μετά από αίτηση του συνδρομητή».
Αυτό σημαίνει ότι οι πάροχοι επιτρέπεται να συλλέγουν προσωπικά δεδομένα μόνο, εφόσον υπάρχει συγκατάθεση ή η συλλογή είναι αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Συγκατάθεση κατά το άρθρο 2 του νόμου 2472/1997 είναι: «κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του»…

 

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών): Αυτό που λέτε ισχύει.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ (ΛΙΤΣΑ) ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.):«Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα». Αυτό αναφέρει ο νόμος 2472.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών): Ναι, αυτό που λέτε όμως ισχύει, δηλαδή όποιος δεν έχει την ίδια βούληση να δώσει αυτά τα προσωπικά δεδομένα, δεν μπορεί να συνάψει σύμβαση κινητής τηλεφωνίας. Δεν αλλάζει σε κάτι το περιεχόμενο εφαρμογής του νόμου, που αναφέρατε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ (ΛΙΤΣΑ) ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.): Δεν τελείωσα όμως, κύριε Υπουργέ.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών): Το λέω απλά για να διευκολύνω τη συζήτηση.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ (ΛΙΤΣΑ) ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.): Συνεπώς δεν αποτελεί συγκατάθεση το γεγονός ότι ένας νόμος επιβάλλει την υποχρεωτική χορήγηση των στοιχείων, αφού μια τέτοια χορήγηση ούτε ελεύθερη είναι ούτε μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η συλλογή δεν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως, αφού για την παροχή υπηρεσιών καρτοκινητής τηλεφωνίας, το κόστος είναι προκαταβεβλημένο και δεν χρειάζεται να αποσταλεί λογαριασμός στη διεύθυνση κατοικίας. Επομένως, δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα χορήγησης στοιχείων για σκοπούς εκτέλεσης της σύμβασης.
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 1, ρητά αναφέρεται ότι ο σκοπός είναι: «… η διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και προστασία της δημόσιας τάξης από τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων». Εκεί αναφέρεστε. Επομένως, το σχέδιο νόμου τροποποιεί το νόμο 3471/2006 για την «Προστασία προσωπικών δεδομένων στο πεδίο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Ο νόμος αυτός είχε εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 Α του Συντάγματος κατά το οποίο: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει».
Η τροποποίηση εκτελεστικών, του Συντάγματος, νόμων επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που δεν θίγονται κεκτημένα δικαιώματα, που συγκροτούν την παρεχόμενη από το Σύνταγμα στάθμη προστασίας. Εφόσον, δηλαδή, μια νομοθετική τροποποίηση επιφέρει μείωση της προστασίας συνταγματικού δικαιώματος – όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση – υπάρχει παραβίαση του συνταγματικού κεκτημένου, άρα και παραβίαση του ίδιου του Συντάγματος, κύριε Υπουργέ.
Σύμφωνα με την Απόφαση 40/1999 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου: «όταν ορισμένη πολιτειακή πράξη μειώνει ή καταργεί σε συγκεκριμένη περίπτωση την προστασία που παρέχεται την κοινή νομοθεσία» αίροντας έτσι στην περίπτωση αυτή την γενικώς αναγνωρισμένη διασφάλιση της προσωπικότητας έναντι προσβολών κατ’ αυτής, «… η πράξη αντιβαίνει στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα πράγματα δεν μεταβάλλονται και αν ακόμη θεωρηθεί ότι το άρθρο 2 παρ. 1 ιδρύει ατομικό δικαίωμα, δεδομένου ότι στο ατομικό αυτό δικαίωμα περιλαμβάνονται όχι μόνο η άμυνα κατά επεμβάσεων της πολιτειακής εξουσίας, αλλά και η αξίωση κατά της πολιτείας για θετική ενέργεια προς αποτροπή προσβολών της αξίας του ανθρώπου από τρίτους εις τρόπον, ώστε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος εμποδίζει το νομοθέτη να υποβιβάσει σε συγκεκριμένη περίπτωση το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας».
Επίσης, στο άρθρο 72 του Συντάγματος αναφέρεται ότι: «Στην Ολομέλεια της Βουλής συζητούνται και ψηφίζονται ο Κανονισμός της, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για τα θέματα των άρθρων 3, 13, 27, 28 παρ. 2 και 3, 29 παρ.2, 33 παρ.3, 48, 51, 54, 86, νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία των νόμων».
Έτσι, και το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, έχοντας σχέση με την άσκηση και προστασία ατομικού δικαιώματος – άρθρο 9 Α –  θα έπρεπε να είχε εισαχθεί στην Ολομέλεια της Βουλής και όχι απλά σε ένα τμήμα διακοπής, που είμαστε ελάχιστοι βουλευτές, κύριε Υπουργέ. Κοινώς, πρέπει να το πάρετε πίσω, να κάνετε τις τροποποιήσεις που πρέπει, και να το επαναφέρεται σε κανονικό τμήμα και όχι σε θερινό.
Όσον αφορά στο άρθρο 3 και συγκεκριμένα την παράγραφο 2, υπάρχει μία εγγενής αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν τα στοιχεία να τηρούνται από τον πάροχο «… υπό τους όρους της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου και προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα….» αφού το ίδιο το νομοσχέδιο παραβιάζει τον νόμο 3471/2006 και το αντίστοιχο συνταγματικό δικαίωμα;
Στο άρθρο 3, επίσης, στην παρ. 4 προκύπτει ότι η τροποποίηση του άρθρου 5 του νόμου 3471/2006 γίνεται εν γνώσει της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής.
Το άρθρο 4, αναφέρεται στις υποχρεώσεις συνδρομητή. Εδώ, η νομοθεσία παραπέμπει στους όρους χρήσης που επιβάλλουν οι εταιρείες, οι οποίες με τη σειρά τους παραπέμπουν μεταξύ άλλων και στη νομοθεσία. Η δεσμευτικότητα των όρων χρήσης επιβεβαιώνεται λοιπόν και από το νομοθέτη, αν και θα αρκούσε από την ίδια τη σύμβαση, η οποία αναπτύσσει δεσμευτικότητα στο πλαίσιο του άρθρου 361 του Αστικού Κώδικα.
Σε περίπτωση μεταβίβασης της κάρτας ταυτότητας συνδρομητή, ο συνδρομητής υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως αμελλητί προς τον πάροχο, κατά τη διαδικασία του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, τα στοιχεία ταυτότητας του νέου συνδρομητή ή νέου χρήστη, όπως περιγράφονται στο άρθρο 2 του παρόντος, άλλως τεκμαίρεται ότι παραμένει ο ίδιος συνδρομητής με όλες τις εντεύθεν έννομες συνέπειες.
Στο σημείο εισάγεται μια νέα υποχρέωση των κατόχων κινητών τηλεφώνων. Οφείλουν αμελλητί, δηλαδή χωρίς καμία καθυστέρηση, να δηλώνουν τη μεταβίβαση του κινητού σε νέο χρήστη ή συνδρομητή. Δηλαδή, αν κάποιος δώσει το κινητό του σ’ έναν άλλο, πρέπει άμεσα να το γνωστοποιήσει, διαφορετικά θα έχει κυρώσεις και ακόμα χειρότερα. Άρα τεκμαίρεται ότι παραμένει ο ίδιος συνδρομητής με όλες τις έννομες συνέπειες, αυτά, δηλαδή που προείπα. Εισάγεται τεκμήριο πως, εάν δε δηλωθεί η μεταβίβαση κινητού και στη συνέχεια το κινητό χρησιμοποιηθεί σε αξιόποινη πράξη, τεκμαίρεται ως δράστης ο αρχικός δηλωθείς συνδρομητής ή χρήστης. Αυτές οι αποδεικτικές βεβαιότητες είναι που καθιστούν το μέτρο αυτό όχι απλά επικίνδυνο, αλλά εγκληματικά επικίνδυνα θα πω, κύριε Υπουργέ, διότι θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα θεωρητικά μας λέτε, ότι θα λύσει.
Φυσικά, το τεκμήριο είναι μαχητό, φυσικά στο ποινικό δίκαιο δεν υπάρχουν τεκμήρια, πάντως ο νομοπαρασκευαστής το εισηγείται ως μια προτεινόμενη νομοθεσία.
Στην παρ.3 του ίδιου άρθρου, το τεκμήριο ισχύει και για την περίπτωση κλοπής ή απώλειας. Το νομοσχέδιο εισάγει την αμελλητί υποχρέωση του ατόμου που απώλεσε ή του έκλεψαν το κινητό- εδώ είναι λάθος η διατύπωση, θα πρέπει και μόνη της η κάρτα ταυτότητας συνδρομητή, χωρίς συσκευή, να ενταχθεί στην παραπάνω διαδικασία ειδοποίησης και, βέβαια, να ενημερώσει τον πάροχο. Τι συμβαίνει, όμως, αν δεν έχει συνειδητοποιήσει την απώλεια ή την κλοπή του κινητού του ο συνδρομητής ή ο χρήστης ή αν είναι σε περιοχή, που ο πάροχος δεν έχει κατάστημα και δεν μπορεί να ειδοποιηθεί; Εδώ δημιουργείται ένα τεράστιο κενό, το οποίο θα αξιοποιήσουν, όσοι θα εξακολουθήσουν να παρανομούν με ξένα, κλεμμένα ή δικά τους κινητά τηλέφωνα. Ο κίνδυνος να ενοχοποιηθούν αθώοι πολίτες, οι οποίοι δήλωσαν τα στοιχεία τους, είναι πολύ σοβαρός. Είναι τόσο σοβαρός, ώστε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κανείς, που έχει σκοπό να παρανομήσει με καρτοκινητό, δεν πρόκειται να δώσει τα στοιχεία του εκ των προτέρων, καθίσταται το μέτρο παντελώς αναποτελεσματικό και επικίνδυνο.
Καταλαβαίνετε, κύριε Υπουργέ, τι θέλω να πω. Είναι ένα αναποτελεσματικό μέτρο, όμως, εφόσον τίθεται και ως περιορισμός ατομικού δικαιώματος, είναι αντίθετο με την αρχή της αναλογικότητας. Άρα, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο θα συνιστά περιορισμό, ο οποίος βρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 25 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, η ίδια η καρδιά του νομοσχεδίου είναι αντίθετη με το ίδιο το Σύνταγμα και, αν ψηφιστεί, μπορεί να αναγνωριστεί εκ των υστέρων δικαστικά η αντισυνταγματικότητά του.
Άρθρο 5: Δεν υπάρχει απολύτως κανένας νόμιμος λόγος, για να διατηρούνται τα στοιχεία για ένα ολόκληρο έτος μετά τη διακοπή της υπηρεσίας κινητής τηλεφωνίας. Η διάταξη παραβιάζει την αρχή της χρονικά πεπερασμένης διατήρησης των δεδομένων, που θεσπίζεται από το άρθρο 4 παρ. 1δ του ν.2472/’97, αλλά και από την κοινοτική οδηγία 95/46, στο άρθρο 6 παρ.1δ. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, για να είναι νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, όπως αναφέρει η οδηγία, θα πρέπει να διατηρούνται σε μορφή, η οποία να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους, μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται κατά την κρίση της αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλαση της περιόδου αυτής, η αρχή μπορεί, με δικαιολογημένη απόφασή της, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δεν θίγονται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή τρίτων. Η διατήρηση, δηλαδή, των δεδομένων για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης, δεν είναι νόμιμη, αφού δεν απαιτείται ένα έτος για την ταυτοποίηση ενός κινητού τηλεφώνου, που φέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε σε μια αξιόποινη πράξη.
Στο άρθρο 5 παρ. 2, η διάταξη αυτή παραβιάζει την αρχή της χρονικά πεπερασμένης διατήρησης των δεδομένων, για τους ίδιους λόγους, στους οποίους αναφέρθηκα παραπάνω.
Στο άρθρο 5 παρ. 3 ακολουθείται η κανονική διαδικασία της άρσης του απορρήτου, χωρίς να υπάρχει νομοθετική επέμβαση. Σημειωτέον ότι τα στοιχεία συνδρομητή καλύπτονται και από το απόρρητο, ως εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της ίδιας της συνομιλίας.
Άρθρο 6: Η αρμοδιότητα της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείου δεν μπορεί να είναι αποκλειστική. Σύμφωνα με το άρθρο 9α του Συντάγματος, η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως ορίζει ο νόμος. Σύμφωνα με το άρθρο 101α του Συντάγματος, για τις ανεξάρτητες αρχές που αναφέρονται στο Σύνταγμα, «Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και με επιδίωξη ομοφωνίας, ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών της.». Δηλαδή, η επιλογή των μελών της ΕΕΤ δεν γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 101α του Συντάγματος, αλλά με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Άρα, κύριε Υπουργέ, δεν πληροί τις συνταγματικές προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλίζει, σύμφωνα με το άρθρο 9α του Συντάγματος την προστασία προσωπικών δεδομένων. Ως εκ τούτου, για θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, αρμόδια παραμένει, στο πλαίσιο της γενικής αρμοδιότητας της κατά άρθρο 19 του ν.2472/’97, αλλά και κατά το ν.3471/2006, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η αποκλειστική ανάθεση της παραπάνω αρμοδιότητας στην ΕΕΤ, θα ήταν αντίθετη με το άρθρο 9α, σε συνδυασμό με το άρθρο 101α του Συντάγματος. Αν θέλετε να αναιρέσετε το Σύνταγμα, να το κάνετε, κύριε Υπουργέ.
Άρθρο 8: Το μόνο που προστίθεται στην αρχική διατύπωση, είναι η φράση «…στο βαθμό που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό και επιτρέπεται από τον παρόντα νόμο». Κατά τα άλλα, το άρθρο αυτό του νόμου του ν.3471/2006 κατοχύρωνε την ανωνυμία η ψευδωνυμία των συνδρομητών υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία καταργείται από τον παρόντα νόμο. Όπως προαναφέρθηκε, όμως, τροποποιήσεις νόμου για τα ατομικά δικαιώματα επιτρέπονται μόνο από την Ολομέλεια της Βουλής.
Κύριε Υπουργέ, θέλω να σχολιάσετε ό,τι αντισυνταγματικό πάτε να κάνετε.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (Προεδρεύων της Επιτροπής): Το λόγο έχει ο κ. Υπουργός.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών): Θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση, που ανατρέπει όλη τη συλλογιστική βάση της συναδέλφου. Στο άρθρο 5 παρ.3, είναι σαφές από το νόμο ότι «ό,τι αφορά στην πρόσβαση των διωκτικών αρχών στα τηρούμενα από τον πάροχο στοιχεία ταυτότητας συνδρομητή και ταυτοποίησης κινητού τερματικού επιτρέπεται, υπό τους όρους…». Στη συνέχεια αναφέρονται οι συγκεκριμένοι νόμοι, που έχουν ψηφιστεί από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία που περιέγραψε η συνάδελφος. Επομένως, δεν αγγίζουμε κανένα από τα ζητήματα, που έχουν σχέση με τα προσωπικά δεδομένα, τα οποία ρυθμίζονται ακριβώς, όπως περιγράφει το Σύνταγμα. Έχουν ρυθμιστεί ήδη. Αφήνουμε ανέγγιχτο αυτό το θεσμικό πλαίσιο.
Ουσιαστικά, με το νόμο αυτόν, λύνουμε κάποια πρακτικά ζητήματα, χωρίς να αγγίζουμε θέματα ελευθεριών και προσωπικών δεδομένων. Εκείνα έχουν ρυθμιστεί στην Ολομέλεια, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Αυτά που είναι τεχνικά, μπορούν κάλλιστα να ρυθμιστούν με συνταγματικότατο τρόπο, απολύτως συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο, και από ένα θερινό τμήμα της Βουλής. Άρα, οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας, κατά τη γνώμη μου, δεν ισχύουν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.): Εμείς έχουμε τη δική μας άποψη και συζητήσαμε το θέμα με νομικούς. Εδώ υπάρχει πρόβλημα με τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών): Ό,τι αναφέρεται, αναφέρεται στα εξωτερικά στοιχεία, δηλαδή, στα στοιχεία του χρήστη. Δεν αγγίζουμε το περιεχόμενο της συνομιλίας. Για την προστασία του περιεχομένου, συνεχίζει να ισχύει θεσμικά, ό,τι ίσχυε, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΕΛΑΣ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Το λόγο έχει η κυρία Αμμανατίδου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α): Είναι απαράδεκτη η συγκεκριμένη τροπολογία που έρχεται εδώ. Κύριε Μπούρα, εδώ λέει ότι η ανωτέρω απώλεια, που εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα, θα αναπληρώνεται από άλλες πηγές εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού και, δυστυχώς, οι άλλες πηγές εσόδων θα είναι μια φορολόγηση των μικρών και χαμηλών εισοδημάτων.
Είναι προκλητικό, να γνωρίζει η ελληνική κοινωνία τις φοροαπαλλαγές που κάνετε στο μεγάλο κεφάλαιο και της φοροεπιβαρύνσεις που βάζετε στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ενώ είστε νομιμοποιημένοι και η ρύθμιση ισχύει από την κατάθεση στη Βουλή, γιατί έτσι γίνεται με τις φορολογικές τροπολογίες. Όμως, εν μέσω κρίσης και αφού τα ταμεία μας είναι άδεια, αντί να κάνετε αυτή τη ρύθμιση, θα έπρεπε να ρυθμίσετε κάποια άλλα θέματος ως Υπουργείο, όπως είναι τα θέματα του ΕΤΑΚ, διότι γίνονται πάρα πολλά λάθη και καλούνται να πληρώσουν οι πολίτες δύο φορές το ίδιο πρόστιμο του ΕΤΑΚ. Πάρτε αυτή τη ρύθμιση πίσω. Είναι σαν έκκληση από την μεριά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, που λέει ότι θα πρέπει κάποιοι να πληρώνουν για αυτή την υπεραξία και αυτοί θα πρέπει να είναι το μεγάλο κεφάλαιο.
Δεν μπορεί πάντα να είναι ο έλληνας φορολογούμενος πολίτης, σε όλες περιπτώσεις, που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μέσα σε όλα αυτά που συμβαίνουν, είτε είναι ανασφάλιστος είτε κλείνει το εργοστάσιο που δουλεύει και θα απολυθεί είτε οτιδήποτε άλλο. Άρα, θα πρέπει να την πάρετε πίσω τη ρύθμιση αυτή. Γιατί, πραγματικά, είναι μια καινούργια ρύθμιση και δεν έρχεται απλά να κάνει μια διόρθωση ή μια διευκρίνιση. Είναι μια καινούργια ρύθμιση, δεν μπορείτε να μας πείσετε, κύριε Μπούρα, για το αντίθετο.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΕΛΑΣ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Το λόγο έχει ο κ. Μπούρας.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ (Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών): Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ότι όλοι είμαστε γνώστες ότι ζούμε μια πολύ μεγάλη οικονομική παγκόσμια κρίση. Γνωρίζετε, επίσης, πολύ καλά το πόσος αγώνας γίνεται παγκόσμια, αλλά και στη χώρα μας, για τη διασφάλιση θέσεων εργασίας. Ξανά τονίζω, δεσμευόμενος βέβαια όπως είπα πριν, ότι στην Ολομέλεια θα έρθει αναλυτικά κάθε στοιχείο το οποίο έχει να κάνει με απώλεια εσόδων. Η ναυτιλία μας αποτελεί ένα πολύ μεγάλο εθνικό κεφάλαιο, προκειμένου να βγούμε από αυτή την κρίση όσο γίνεται πιο αλώβητοι.
Σε αυτή την προσπάθεια, εγώ πιστεύω ότι έπρεπε να είστε όλοι σύμφωνοι και ιδιαίτερα εσείς, γιατί κυρίαρχα, με τη ρύθμιση αυτή, βοηθάμε σε αυτή την οικονομική κρίση έναν κλάδο, στον οποίο εργάζονται χιλιάδες Έλληνες συμπολίτες μας. Αυτούς οφείλουμε να προστατεύσουμε και η Κυβέρνηση θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν, όχι μόνο να διασφαλίσει τις θέσεις εργασίας, αλλά εάν είναι δυνατόν και να τις αυξήσει. Αν χρειάζεται, η Κυβέρνηση για αυτές τις θέσεις εργασίας, θα πληρώσει και το ανάλογο κόστος. Κυρίαρχο, για μας, είναι το γεγονός να στηρίξουμε τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, να στηρίξουμε τους ανθρώπους που μπορεί να χάσουν τη δουλειά τους και όχι μόνο, εάν είναι δυνατόν, να δώσουμε και νέες θέσεις εργασίας και όχι να διώξουμε τη ναυτιλία από την Ελλάδα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΕΛΑΣ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Το λόγο έχει η κυρία Αμμανατίδου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ (Ειδική Αγορήτρια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α): Κύριε Υπουργέ, είπατε ότι θα πληρώσετε το κόστος για τις θέσεις εργασίας. Το κράτος, εάν θέλει να πληρώσει τις θέσεις εργασίας, ας κάνει τους ανθρώπους που είναι με stage και μάλιστα σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, να έχουν ασφάλιση και συνταξιοδότηση.